Σε ρεπορτάζ που δημοσιεύτηκε σε διάφορες ιστοσελίδες τη 13η Φεβρουαρίου 2026, με αφορμή πρόσφατο ατύχημα ρυμουλκού, αναδεικνύεται μία κρίσιμη συζήτηση για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα λιμάνια μας. Σύμφωνα με ναυτιλιακούς παράγοντες, μη κατονομαζόμενους, υπάρχει μία, δήθεν επιβεβλημένη, ανάγκη για την καθολική θεσμοθέτηση ενός ενιαίου σύγχρονου και δεσμευτικού κανονισμού ασφαλούς ρυμούλκησης σε όλα τα λιμάνια της χώρας, ώστε να διασφαλισθεί η ασφάλεια των πλοίων, των πληρωμάτων και των λιμενικών εγκαταστάσεων.

Συγκεκριμένα, οι εν λόγω  ναυτιλιακοί παράγοντες καταγγέλλουν την έλλειψη ενός οριζόντιου ρυθμιστικού πλαισίου, σε αρκετά λιμάνια συμπεριλαμβανομένoυ και του Πειραιά, στα οποία οι διαδικασίες ρυμούλκησης δε διέπονται από σαφείς και ενιαίες δεσμευτικές ρυθμίσεις, ενώ οι πρακτικές που εφαρμόζονται δε λαμβάνουν υπόψη τις τοπικές συνθήκες και γενικά υπάρχει αβεβαιότητα  και λειτουργική ασάφεια για πλοιάρχους, πιλότους και λιμενικές αρχές.  Και καταλήγουν οι ίδιοι στην ανάγκη διαμόρφωσης από το Υπουργείο ενός ενιαίου και σύγχρονου κανονισμού ρυμούλκησης για όλα τα λιμάνια με σαφή όρια ταχυτήτων και καθορισμό αρμοδιοτήτων ανάμεσα σε πλοίαρχο, πιλότο και ρυμουλκό.

Η συζήτηση για την ασφάλεια της λιμενικής ρυμούλκησης είναι πάντοτε θεμιτή. Ωστόσο η συγκεκριμένη επιχειρηματολογία προκαλεί εύλογα ερωτηματικά και αντιφάσεις.

Η παρουσίαση ενός δήθεν κενού για να δικαιολογηθούν ενδεχόμενες παραλείψεις δημιουργεί  μία στρεβλή εικόνα της πραγματικότητας. Η ρητορική περί «έλλειψης κανόνων» είναι απόλυτα προσχηματική, διότι το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν κανόνες, αλλά αν εφαρμόζονται σωστά στην πράξη. Στην πραγματικότητα η ρυμούλκηση δεν στερείται κανόνων και το πλαίσιο ασφαλείας είναι ήδη εκτεταμένο, δομημένο και διεθνώς αποδεκτό.

Πέραν των εθνικών ρυθμίσεων, όπως το Π/Δ.83/2022, με το οποίο καθορίζεται το πλαίσιο για την ασφαλή ρυμούλκηση πλοίων και τη διαχείριση ρυμουλκών στα ελληνικά λιμάνια, οι επιχειρήσεις ρυμούλκησης διέπονται από ένα πολυεπίπεδο σύστημα κανόνων, προτύπων και διαδικασιών που εφαρμόζονται σε όλα τα λιμάνια του κόσμου.

 

  • Ο ΙΜΟ καθορίζει τις θεμελιώδεις αρχές ασφαλούς ναυσιπλοΐας και ειδικότερα την απόφαση Α960 pilotage, όπου προβλέπονται πρότυπα και διαδικασίες ενημέρωσης και συνεργασίας πιλότου πλοιάρχου και ρυμουλκού.
  • Η Σύμβαση STCW 1978 θεσμοθετεί υποχρεωτικά το Bridge Resource Management (BRM) ως βασικό πυλώνα διαχείρισης κινδύνου και ανθρώπινου παράγοντα.
  • Η διαδικασία Master-Pilot Exchange ( MPX) που ενσωματώνεται λειτουργικά μέσω BRM και ISM.
  • ICS και OCIMF έχουν εκδώσει σχετικές οδηγίες ( Bridge Procedure Guide).

Οι κανόνες αυτοί δεν είναι θεωρητικοί, ούτε τοπικής εμβέλειας, αφού αποτελούν την καθημερινή επιχειρηματική βάση της παγκόσμιας ναυτιλιακής δραστηριότητας.

Το κρίσιμο λοιπόν ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν κανόνες, αλλά αν εφαρμόζονται με συνέπεια.

Η ασφάλεια στη ναυτιλία, όπως αποδεικνύει η διεθνής πρακτική, οικοδομείται με σαφή σταθερά και διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα, συνεχή συμμόρφωση και αποτελεσματική εποπτεία.

Η πρόταση συνεπώς, θα ήταν ίσως πιο παραγωγική εάν μετατοπιζόταν από το «χρειαζόμαστε νέους κανόνες» στο πως διασφαλίζουμε την πλήρη και ομοιόμορφη εφαρμογή των ήδη υφισταμένων.

Η ναυτιλία εξάλλου είναι ένας από τους πλέον διεθνοποιημένους και αυστηρά ρυθμιζόμενους κλάδους παγκοσμίως, συνεπώς η πρόκληση δεν είναι η κανονιστική έλλειψη αλλά η επιχειρησιακή συνέπεια, διότι η ασφάλεια δεν εξαρτάται από τον αριθμό των κανόνων, αλλά από την τήρησή τους.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Κωνσταντίνος Λυμπουσάκης