Κάθε καλοκαίρι τελειώνει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με το ίδιο βάρος στο στήθος, με το ίδιο πλοίο να ξεμακραίνει αργά από το τσιμέντο της προβλήτας και να παίρνει μαζί του ό,τι ζωντάνεψε για λίγες εβδομάδες.

Τέλη Αυγούστου και ο αέρας μυρίζει ακόμα αντηλιακό και γιασεμί αλλά από μέσα του περνάει ήδη μια ψύχρα που δεν είναι του καιρού.

Είναι η ψύχρα του αποχωρισμού.

Πάνω στο κατάστρωμα, εκείνοι που φεύγουν κρατιούνται από τα κάγκελα και κοιτάζουν πίσω, το νησί μικραίνει, το σπίτι με τα μπλε παντζούρια χάνεται, το χέρι της γιαγιάς στην άκρη του μώλου γίνεται μια μικρή κουκκίδα.

Στην καρδιά τους έχουν ακόμα την αλμύρα στα μαλλιά και το γέλιο στην αυλή και την υπόσχεση που έδωσαν στον εαυτό τους να θυμούνται, αλλά ήδη μέσα τους αρχίζει να δουλεύει ο μηχανισμός της επιστροφής, οι βαλίτσες βαραίνουν ξανά, τα ρούχα της πόλης περιμένουν διπλωμένα, το ρολόι ξαναρχίζει να μετράει αλλιώς.

Φεύγουν με αγάπη που περισσεύει και με μια ενοχή που δεν λέγεται, γιατί ξέρουν πως αφήνουν πίσω κάποιον να μετράει.

Κάτω, στο λιμάνι, εκείνοι που μένουν στέκονται ακίνητοι πολύ αφότου το πλοίο έχει γίνει καπνός στον ορίζοντα.

Δεν κλαίνε δυνατά, έχουν μάθει.

Κρατούν το χέρι ψηλά λίγο παραπάνω από όσο χρειάζεται, σαν να μπορούν έτσι να κρατήσουν λίγο ακόμα το καλοκαίρι δεμένο στο λιμάνι.

Μετά μαζεύουν τα πράγματα, τα παραπάνω κρεβάτια, διπλώνουν μια πετσέτα που ξεχάστηκε, κλειδώνουν το σπίτι που από αύριο θα είναι πολύ μεγάλο και πολύ ήσυχο.

Η απουσία τους δεν είναι κενό, είναι παρουσία αλλιώτικη, είναι οι καρέκλες που μένουν τραβηγμένες έξω, είναι τα ονόματα που θα λέγονται κάθε μέρα στο τηλέφωνο μέχρι να ξεθωριάσει η φωνή και αρχίζουν να περιμένουν, όχι με ανυπομονησία, με υπομονή.

Μετρούν τον χειμώνα με γιορτές, με βροχές, με το λάδι που θα βγει, με το πουλόβερ που θα πλέξουν για όταν γυρίσουν.

Γιατί ξέρουν, όσοι μένουν πάντα ξέρουν, πως η αγάπη δεν φεύγει με το πλοίο, απλώς αλλάζει μορφή και γίνεται αναμονή, γίνεται ευχή για το άλλο καλοκαίρι, να τους φέρει πίσω γερούς, να τους φέρει πίσω λίγο πιο μεγάλους, λίγο πιο κουρασμένους, αλλά δικούς τους, μέχρι να ξαναπρέπει να χαιρετηθούν από την ίδια ακριβώς προβλήτα, με τον ίδιο ακριβώς καημό.

Κείμενο: Thanasis Zografos