Επιστροφή στη καλή σεζόν του 2009 δείχνουν τα ως τώρα στοιχεία για την κίνηση στην ακτοπλοΐα, σύμφωνα με στελέχη εταιρειών του κλάδου.

Όπως επεσήμαναν χαρακτηριστικά από τότε υπήρξε μια σημαντική πτώση στους αριθμούς των επιβατών που επέλεγαν τα πλοία για τις μετακινήσεις τους από και προς τα νησιά ωστόσο φέτος το πρώτο 8μηνο παρατηρείται η κίνηση να είναι στα ίδια περίπου επίπεδα με πέρυσι με μια ενδεχόμενη μικρή αύξηση κατά 2% – 3%.

Πέρυσι με βάση τα στοιχεία που παρουσιάζονται στη μελέτη ήταν η τρίτη συνεχόμενη χρονιά που το μεταφορικό έργο παρουσίασε αύξηση αν και ποσοστιαία ήταν η μισή σχέση με ένα χρόνο πριν.

Ειδικότερα βάση των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ συνολικά μετακινήθηκαν 18.463.981 επιβάτες έναντι 17.560.637 το 2017 (αύξηση 5%) και 15.990.309 το 2016 (αύξηση 10% το 2017 σε σχέση με το 2016) με τις Κυκλάδες να εξακολουθούν να αποτελούν τον αγαπημένο προορισμό.

Η κίνηση στην ακτοπλοΐα φέτος έχει αποκατασταθεί, όπως τονίζουν χαρακτηριστικά, και αυτό οφείλεται στην αύξηση του εξωτερικού τουρισμού αλλά και στη βελτίωση της κίνησης των ελλήνων τουριστών. «Θα μπορούσαμε να πούμε με βάση τα ως τώρα στοιχεία και για τον Αύγουστο που κορυφώνεται η μετακίνηση ελλήνων και ξένων τουριστών πως ήταν αναμενόμενη» υπογράμμιζαν τα ίδια στελέχη.

Ωστόσο και φέτος το καλοκαίρι δεν έλειψαν οι αναφορές στο Λιμενικό Σώμα για βλάβες πλοίων με αποτέλεσμα την ταλαιπωρία εκατοντάδων επιβατών.

Σύμφωνα με στοιχεία από την αρμόδια Διεύθυνση του Αρχηγείου Λιμενικού Σώματος-Ελληνικής Ακτοφυλακής τα καταγεγραμμένα περιστατικά βλαβών σε πλοία της ακτοπλοΐας που φέρουν ελληνική σημαία για το έτος 2017 ανέρχονται συνολικά στα 128 περιστατικά, για το 2018 στα 157, ενώ για τους μήνες Ιανουάριο έως και τον Ιούλιο του 2019 ανέρχονται στα 105 περιστατικά. Αναφορικά με τα κυριότερα είδη βλαβών που συναντούνται, σύμφωνα με την αρμόδια υπηρεσία του Αρχηγείου του Λιμενικού Σώματος, αυτά έχουν σχέση: α) με το σύστημα ψύξης των κυρίων μηχανών ή και ηλεκτρομηχανών των πλοίων, β) με το σύστημα πρόωσης, γ) με το σύστημα ανύψωσης και κλεισίματος καταπελτών και δ) με αστοχίες υλικών στις κύριες μηχανές των πλοίων.

Εν τω μεταξύ στην ανάγκη ανανέωσης του ακτοπλοϊκού στόλου εστιάζει, μεταξύ άλλων, η ετήσια μελέτη της εταιρείας χρηματο- οικονομικών συμβούλων ΧRTC για την ελληνική ακτοπλοΐα. «Ο γερασμένος και περιβαλλοντολογικά ανεπαρκής στόλος επιβάλει νέες επενδύσεις, νέα χρηματοδοτικά εργαλεία και πιθανών ευέλικτα επιχειρηματικά σχήματα που θα μπορέσουν να προχωρήσουν σε άμεσες επενδύσεις», αναφέρεται.

Στα συμπεράσματα της μελέτης επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, ότι: «Μεγάλη πρόκληση που έχει να αντιμετωπίσει το σύνολο της ακτοπλοϊκής αγοράς είναι το ηλικιακό προφίλ του στόλου που συνδέεται άμεσα με τις νέες διατάξεις συμμόρφωσης με περιβαλλοντική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι μόνο αυτής. Οι ανάγκες ανανέωσης είναι ήδη εμφανείς με την επόμενη δεκαετία να είναι κρίσιμη έτσι ώστε οι θαλάσσιες μεταφορές να πιάσουν τους στόχους που έχουν τεθεί αλλά και τους πιο αυστηρούς που έρχονται.»

Και σημειώνεται πως: «Ο μέσος όρος της ηλικίας των πλοίων των εισηγμένων εταιρειών έχει φτάσει τα 19,3 έτη, γεγονός που προβληματίζει τις εταιρίες οι οποίες κατανοούν την ανάγκη ανανέωσης του στόλου τους αλλά τόσο τα αρνητικά οικονομικά τους αποτελέσματα όσο και η δυστοκία των τραπεζών για τη χρηματοδότηση αυτού του εγχειρήματος δημιουργεί αβεβαιότητα.»  

Επισημαίνεται ακόμη ότι για να μπορέσουν οι εταιρίες να ανταποκριθούν σε αυτή την πρόκληση χρειάζεται ένας στρατηγικός σχεδιασμός ο οποίος θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του μια σειρά παραγόντων όπως το συνεχώς επικαιροποιημένο περιβαλλοντικό θεσμικό πλαίσιο, το νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον τόσο ενδο-ακτοπλοϊκά όσο και σε σχέση με τα άλλα μέσα μεταφοράς (π.χ. αεροπλοΐα και υδροπλάνα που από ότι λέγεται έρχονται από του χρόνου), τα χαρακτηριστικά της ζήτησης της επόμενης 30ετιας και όλα αυτά σε συνδυασμό με τις δυνατότητες χρηματοδότησης που υπάρχουν.

Την ίδια στιγμή, αναφέρεται στη μελέτη, ότι η ανανέωση του στόλου αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία ώστε να ενισχυθεί περαιτέρω η βιομηχανία ναυπηγήσεων με την κατασκευή νέων πλοίων που θα χαρακτηρίζονται από σειρά καινοτομιών τόσο σχεδιαστικών, όσο και περιβαλλοντικών.