Την πρόθεσή τους να διεκδικήσουν τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά και να προχωρήσουν κανονικά το σχέδιο εξυγίανσης των Ναυπηγείων Ελευσίνας, παρά τα εμπόδια που επιχειρεί να θέσει εσχάτως η μέτοχος Axis, μεταφέρουν στο Euro2day.gr κύκλοι της ONEX.

Την ίδια στιγμή, κυβερνητικές πηγές ξεκαθαρίζουν με σαφήνεια ότι στο εγχείρημα ανασύστασης της ναυπηγικής βιομηχανίας της χώρας θα είναι παρούσα και η Development Finance Corporation (DFC), η αμερικανική Αναπτυξιακή Τράπεζα, η οποία έχει δηλώσει επισήμως το ενδιαφέρον της, ώστε σε συνεργασία με την ΟΝΕΧ να επενδύσει στα ελληνικά ναυπηγεία.

«Για να υπάρξει μια υγιής και ανταγωνιστική ναυπηγική βιομηχανία στην Ελλάδα, τα τρία μεγάλα ναυπηγεία, δηλαδή το Νεώριο, η Ελευσίνα και ο Σκαραμαγκάς, θα πρέπει να βρίσκονται υπό την ίδια στέγη» αναφέρουν οι κύκλοι της ONEX, υπογραμμίζοντας ότι «μόνο με αυτό τον τρόπο μπορούν να επιτευχθούν οι κρίσιμες συνέργειες που απαιτούνται για μια δυναμική ανάπτυξη του συγκεκριμένου τομέα».

Συνεπώς, οι ίδιες πηγές επιβεβαιώνουν ότι η ΟΝΕΧ, η οποία ήδη έχει αποκτήσει το Νεώριο Σύρου, «θα καταθέσει προσφορά εντός των επόμενων ημερών (σ.σ. η προθεσμία είναι η 27η Νοεμβρίου) και για την απόκτηση των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά».

«Σε ένα παγκόσμια ανταγωνιστικό περιβάλλον, είναι αδιανόητο τα ελληνικά ναυπηγεία να ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Οι ανταγωνιστές μας βρίσκονται σε άλλες χώρες και αυτούς θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε, αν θέλουμε να έχουμε ως όραμα τη δημιουργία ενός ισχυρού εθνικού ναυπηγικού τομέα», εξηγούν.

Παράλληλα, όμως, με τη διεκδίκηση των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, η ONEX βρίσκεται στη φάση εκπόνησης του σχεδίου εξυγίανσης των Ναυπηγείων Ελευσίνας, διαδικασία που εσχάτως επιχειρεί να ανατρέψει η μέτοχος με ποσοστό 24,02% Axis SA. Μάλιστα με εξώδικό της προς της διοίκηση της ONEX, η οποία πλέον έχει την πλειοψηφία των μετοχών (53,22%), ζητεί να σταματήσει η διαδικασία.

Στο ερώτημα, αν υπάρχει περίπτωση να ανακοπεί η διαδικασία εξυγίανσης των Ναυπηγείων Ελευσίνας, οι ίδιες πηγές ξεκαθαρίζουν ότι «δεν τίθεται τέτοιο θέμα, η διαδικασία θα συνεχιστεί κανονικά».

Στην επισήμανση μήπως υπάρξουν καθυστερήσεις από τυχόν νομικές εμπλοκές, αναφέρουν ότι «το πιο δύσκολο κομμάτι είναι η ολοκλήρωση του due diligence, καθώς καθημερινά οι ορκωτοί ελεγκτές έρχονται αντιμέτωποι με οικονομικές ατασθαλίες της προηγούμενης διοίκησης, οι οποίες και θα πρέπει να διευθετηθούν». «Με αυτά που διαπιστώνουμε, τα χρέη των Ναυπηγείων Ελευσίνας, ανέρχονται στα 400 εκατ. ευρώ» σημειώνουν.

Όσο για τις ενέργειες της Axis, αναφέρουν ότι πίσω από αυτές βρίσκεται με βεβαιότητα ο Γιάννης Ταβουλάρης, υιός του Νίκου Ταβουλάρη, τέως μεγαλομετόχου των ναυπηγείων και ένας Ισπανός συνεργάτης του πρώτου. «Έχουμε τη γραμμή άμυνάς μας και θα την ξεδιπλώσουμε στο επόμενο διάστημα» σημειώνουν χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι και ο Νίκος Ταβουλάρης όλο το προηγούμενο διάστημα, με την παρελκυστική του πολιτική, επιχειρούσε να μπλοκάρει την εξυγίανση των ναυπηγείων.

Μάλιστα σημειώνουν ότι η Axis δεν συμμετείχε σε καμία διαδικασία όλο το προηγούμενο διάστημα, καθώς κυριολεκτικά ήταν «άφαντη».

«Κάποιοι ίσως εκλαμβάνουν την ευγένεια ως αδυναμία, αλλά κάνουν λάθος. Η Onex θα προχωρήσει στην εξυγίανση. Δεν θα αλλάξει αυτό. Και σύμμαχοι σε αυτή την προσπάθεια είναι οι τράπεζες, η κυβέρνηση, η αξιωματική αντιπολίτευση, οι εργαζόμενοι και φυσικά οι Αμερικανοί της DFC» τονίζουν με έμφαση οι ίδιες πηγές.

Πέραν της Onex, τη βεβαιότητα ότι στην αναγέννηση του ναυπηγοεπισκευαστικού τομέα θα συμμετέχει και η DFC εκφράζουν και κυβερνητικές πηγές, υπενθυμίζοντας ότι ο διευθύνων σύμβουλός της Adam Boehler, συνοδευόμενος από τον Αμερικανό πρέσβη Geoffrey Pyatt, τον υπουργό Ανάπτυξης και Επενδύσεων Άδωνι Γεωργιάδη και τον αναπληρωτή Νίκο Παπαθανάση, επισκέφτηκε στις 23 Σεπτεμβρίου τα Ναυπηγεία Ελευσίνας.

Στο ερώτημα αν υπάρχει το ενδεχόμενο να αλλάξουν τα πλάνα της DFC από την αλλαγή της κυβέρνησης στις ΗΠΑ, σημειώνουν ότι δεν τίθεται τέτοιο θέμα, εξηγώντας ότι η επιλογή της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού για την DFC εντάσσεται στη στρατηγική East Med Act, η οποία έχει εγκριθεί παμψηφεί από το αμερικανικό κογκρέσο. Μάλιστα υπενθυμίζουν με νόημα ότι εμπνευστής αυτής της στρατηγικής είναι ο γερουσιαστής του Δημοκρατικού Κόμματος Ρόμπερτ Μενέντεζ.