Eντονα απογοητευμένοι και ενοχλημένοι δηλώνουν στην «Κ» κύκλοι της Cosco μετά την απορριπτική απόφαση της Επιτροπής Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Λιμένων (ΕΣΑΛ) για το μεγαλύτερο μέρος του επενδυτικού σχεδίου του ΟΛΠ, η ανεκτέλεστη αξία του οποίου ανέρχεται στα 580 εκατ. ευρώ. Και αυτό όχι μόνον διότι de facto απορρίφθηκαν σχεδόν όλες οι πρόσθετες επενδύσεις (ύψους 354 εκατ.) που ήθελε να υλοποιήσει η Cosco, αλλά και γιατί ακόμα και για αυτές που εγκρίθηκαν, δεσμευτικές και μη, η αδειοδότησή τους αναπέμπεται απαραιτήτως και στο υπουργείο Πολιτισμού, στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο και στο Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων.

Πηγές της Cosco δηλώνουν στην «Κ» πως η εταιρεία αξιολογεί όλες τις επιλογές της, αλλά προκρίνουν ως πιθανότερη άμεση ενέργεια την προσφυγή στη διαιτησία για τη διεκδίκηση της άμεσης απόδοσης του επιπλέον 16% του μετοχικού κεφαλαίου. Ποσοστό το οποίο έχει πληρωθεί στο Δημόσιο αλλά η μεταβίβασή του είχε συνδεθεί με την υλοποίηση των λεγόμενων δεσμευτικών επενδύσεων. Επενδύσεις που, όπως προκύπτει, «δεν πρόκειται να αδειοδοτηθούν καθόλου εύκολα και δεν θα γίνουν με ευθύνη του Δημοσίου», σημειώνουν. Διπλωματικοί παρατηρητές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό εκφράζουν την ανησυχία τους κατά πόσον οι παραπάνω εξελίξεις μπορεί να σηματοδοτήσουν την απαρχή αναθεώρησης της συνολικότερης στρατηγικής της Cosco, επομένως και του Πεκίνου, για τη χώρα. Επιπλέον, νομικές πηγές που ερωτήθηκαν σχετικά μιλούν και για ζήτημα Επιτροπής Ανταγωνισμού, καθώς απορρίφθηκε η επένδυση κατασκευής νέων αποθηκών εφοδιαστικής αλυσίδας στην πρώην περιοχή ΟΔΔΥ με αιτιολογία, μεταξύ άλλων, πως «σε πολύ μικρή απόσταση στο Θριάσιο έχει δρομολογηθεί η υλοποίηση Εμπορευματικού Κέντρου». Ομως αυτό το κέντρο είναι ιδιωτικό και γεννάται μείζον θέμα αν το Δημόσιο προστατεύει έναν ιδιώτη από έναν άλλο, αναφέρουν. Στο διά ταύτα, ακόμα και οι περισσότερες από εκείνες τις επενδύσεις που εγκρίθηκαν αποκτούν νέες υποχρεώσεις για την αδειοδότησή τους πέρα από αυτές που προέκυπταν από την ψηφισθείσα από τη Βουλή το 2016 σύμβαση.

Από τις πρόσθετες επενδύσεις, εκτός από τις αποθήκες, απορρίφθηκε επίσης η κατασκευή των δύο πενταώροφων γκαράζ για λόγους, μεταξύ άλλων, «περιβαλλοντικούς και αισθητικούς» και δηλώθηκε αδυναμία αξιολόγησης της πρότασης κατασκευής ξενοδοχείου στο Πόρτο Λεόνε και ναυπηγοεπισκευής για mega yachts για λόγους που συνδέονται με την αρχαιολογία και προσφυγές στο ΣτΕ. Επίσης η ΕΣΑΛ γνωμοδότησε αρνητικά για όλη την πολεοδομική οργάνωση του χερσαίου χώρου που προβλέπει το master plan. Για το θέμα της κρουαζιέρας η απόφαση αναφέρει πως η κατασκευή επιβατικού σταθμού στην περιοχή της νότιας ζώνης του λιμένα «δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθεί, καθώς εκκρεμεί η εξέταση της πρότασης από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο», αλλά ότι «σε κάθε περίπτωση η κατασκευή του κρίνεται σκόπιμη προκειμένου να εξυπηρετήσει μόνον την άφιξη – αναχώρηση επιβατών κρουαζιέρας» και επομένως «η χρήση εμπορικού κέντρου και χώρων αναψυχής δεν συνιστά δραστηριότητα σχετική». Για τη μετατροπή της Παγόδας σε ξενοδοχείο τίθεται ως «απαραίτητη προϋπόθεση να προηγηθεί η έγκριση της αλλαγής της χρήσης του κτιρίου από το υπουργείο Πολιτισμού». Για τη μετατροπή των δύο μεγάλων παλαιών αποθηκών σε ξενοδοχεία επίσης αναφέρεται πως «η ΕΣΑΛ δεν έχει αντίρρηση για τη μετατροπή με την προϋπόθεση έγκρισης της χρήσης και των αντίστοιχων μελετών από το υπουργείο Πολιτισμού» .

Η δε ακροτελεύτια παράγραφος της απόφασης αναφέρει για μία ακόμη φορά πως «όλα τα παραπάνω αναφορικά με τις υποχρεωτικές και τις πρόσθετες επενδύσεις τίθενται υπό την προϋπόθεση:  (α) υποβολής Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) και έγκρισης αυτής σύμφωνα με την περιβαλλοντική νομοθεσία και  (β) της έγκρισής τους από το υπουργείο Πολιτισμού ύστερα από γνωμοδότηση των αρμοδίων κεντρικών συμβουλίων». Πηγές του Πειραιά αναφέρουν πως η απόφαση της ΕΣΑΛ εμφανίζεται ευθέως επηρεασμένη από τις επικείμενες αυτοδιοικητικές και όχι εκλογές, καθώς απορρίπτει όλες εκείνες τις επενδύσεις στις οποίες υποστηριζόμενοι από την κυβέρνηση υποψήφιοι έχουν αντιταχθεί.